Ο Παναγιώτης Γούτας ανήκει σ’ εκείνους τους πεζογράφους που, με αξιοπρόσεκτη ακρίβεια εσωτερικής κατευθυντήριας γραμμής, ακολουθεί τον δύσβατο αφηγηματικό δρόμο που δεν συνδέει μόνο τον ρεαλισμό με την παρεξηγημένη λυρική πεζογραφία, αλλά υπηρετεί με συνέπεια ένα ηθικό αίτημα χωρίς να προδίδει την αυτονομία του ύφους. Παίρνοντας κάθε φορά ό,τι του είναι απαραίτητο από αντίρροπες αισθητικές και ψυχολογικές καταστάσεις προκειμένου να αρτιώσει τον μύθο της αφήγησής του, μοιάζει μοναχικός κι ασυντρόφευτος, την ίδια ώρα που συνεχίζει με τρόπο ξεχωριστό τη λαμπρή σχολή της Θεσσαλονίκης, που πολλοί επιμένουν ν’ αρνούνται την ύπαρξή της. Δουλεύοντας τον μύθο που επιλέγει κάθε φορά να φωτίσει, με τη λεπτεπίλεπτη φροντίδα κοσμηματοποιού, δεν μετακινείται ποτέ από τη γερή σκέπη ενός σταθερού ιδανικού τέχνης που δεν είναι ιδεολόγημα, αλλά πηγάζει από υπεύθυνη βίωση και βαθιά γνωριμία της πραγματικότητας. Γι’ αυτό και, παρά τη συναισθηματική ένταση, παρά τη λυρική ιδιοσυγκρασία, δεν παρασύρεται ποτέ από την εύκολη φρασεολογία και το ψεύτικο αισθητικό θάμπος.

{loadmodule mod_kedros-article-banner} {loadposition kedros-article-banner}

Μποέμ και Ρικάρντο είναι ο τίτλος του τελευταίου βιβλίου του Παναγιώτη Γούτα. Πρόκειται για τρεις νουβέλες και ένα διήγημα που δένονται με τρόπο ευρηματικό υπό τη σκιά του Παπαδιαμάντη, του Μάρκες και του Φοίβου Απόλλωνος. Παράξενη, δίχως άλλο, συνάντηση που η φαντασία, η μνήμη και η προσδοκία μιας λύτρωσης καθιστούν όχι απλώς δυνατή αλλά –εκ του αισθητικού αποτελέσματος– απολύτως νόμιμη. Η πρώτη νουβέλα (“Μποέμ») εκτυλίσσεται στο σημαντικότερο λιμάνι μιας πολύπαθης χερσονήσου, στην εύπορη πόλη της Δυσδαιμόνας, της οποίας οι κάτοικοι έχουν απαρνηθεί κάθε λογιοσύνη και έχουν παραδοθεί στις αγοραίες συνήθειες που οδηγούν μάλλον σε παρακμή παρά σε άνθηση. Ούτε το όνομα της πόλης δεν τιμούν πια οι κάτοικοί της κι όποιος επιμένει σε αξίες αισθητικές αντιμετωπίζεται ως μίασμα που αντιστρατεύεται την πρόοδο. Να όμως που αρκεί ένας άνθρωπος, ένα πνεύμα να εμφανιστεί και να τολμήσει να ταράξει το ψεύδος της προόδου. Ο άνθρωπος αυτός, που ακούει στο όνομα Βασίλης Κουτουκάς, είναι συντηρητής έργων τέχνης και ανήκει στους λιγοστούς ρέκτες του παρελθόντος, που ζουν με τον φόβο της σύλληψης από την πολιτιστική αστυνομία του νέου πνεύματος, αλλά επιμένουν σε μια πίστη ή έστω ψευδαίσθηση ζωής που οι περίπατοι στην προκυμαία ανανεώνουν.

Σ’ έναν απ’ αυτούς τους περιπάτους, κάποιο απόγευμα, ο Κουτουκάς αντικρίζει έκθαμβος να κατεβαίνει από ένα κυματοφαγωμένο πλοιάριο ο κυρ Αλέξανδρος των γραμμάτων μας, ο αποσυνάγωγος και αιώνιος Μποέμ. Η φιλοξενία και η πολυήμερη ξενάγηση σε τόπους, την ιερότητα των οποίων δεν αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι του κυρίαρχου νέου πνεύματος (εκκλησίες, ξενοδοχεία, χάνια, καφενεία της παλιάς Δυσδαιμόνας), δίνει την ευκαιρία όχι απλώς να ξεδιπλωθεί το αφηγηματικό ταλέντο του Γούτα, αλλά να λάμψει το αίσθημα της ουσιαστικής ύπαρξης του ανθρώπου μέσα από την αντικειμενική ομορφιά μιας χαμένης πόλης, που σώζεται πια μόνο ως καλλιτεχνικό απόσταγμα. Κάποτε, βέβαια, ο “Μποέμ» κουράζεται από την περιήγηση αυτή και ζητά να υλοποιήσει τον παλαιό του μοναστικό πόθο, να εγκαταβιώσει, μια και βρέθηκε στη Δυσδαιμόνα, στην περιώνυμη Μονή των Βλατάδων. Μα στην πόλη το πανεπιστήμιο της οποίας θεώρησε κάποτε τα έργα του “Μποέμ»… λαογραφικά ηθογραφικά κείμενα περιορισμένης λογοτεχνικής –αν όχι παραλογοτεχνικής– αξίας, ακόμη και να μονάσεις θέλει πτυχίο ή μεταπτυχιακό ή έστω κάποιο πιστοποιητικό λογοτεχνικής επάρκειας από ιδιωτικό ίδρυμα. Οι εύστοχες αναφορές του Γούτα στην οικτρή εικόνα του πανεπιστημιακού κόσμου και στη γελοιότητα των κοινωνικών δικτύων, στην κωμωδία των δημοσίων σχέσεων και των αμέτρητων συγγραφέων, στην παρακμή ακόμη και του μοναχισμού (των πτυχιούχων) γίνεται με τρόπο άψογο, χωρίς καμιά ηθικολογική υπερβολή ή με άνευ νοήματος καταγγελτικούς τόνους. Αν το τέλος μένει εκκρεμές (ο συντηρητής αφήνει τον “Μποέμ» έξω από την πύλη της Μονής Βλατάδων, δεν μαθαίνει για την απαγωγή και τον θάνατό του απ’ αυτούς που θέλουν η μνήμη και η μορφή του να μείνουν ανόθευτα – από τους υπερορθόδοξους ίσως;), μια έξοχη ιδέα, η ενσωμάτωση του απολλώνιου φωτός στην κατανόηση του κυρ Αλέξανδρου προοικονομεί όχι απλώς μιαν εξόχως ενδιαφέρουσα ερμηνεία, αλλά και την επιστέγαση του όλου αφηγηματικού σχεδίου του Γούτα.

{jb_quote} Με την γερή πεζογραφική του σκευή κατορθώνει να διαπλέξει θαυμαστά φαντασία, πραγματικότητα και ανθρωπισμό, με τρόπο που ο χρόνος γίνεται πάλι ενιαίος και αδιαίρετος, όχι πια ως μνήμη αλλά ως ζωή ακέραιη.{/jb_quote}

Στη δεύτερη νουβέλα (“Ο τελευταίος χρησμός»), σ’ ένα κλίμα κάπως “μαρκεσιανό», μεταφερόμαστε στο πάλαι ποτέ ιερό νησί της Ορτυγίας, που τώρα μολυσμένα νερά περιβρέχουν χωρίς όμως να σκοτώνουν και την ελπίδα για τον εξαγνισμό (κάποτε…) της ζωής και των υδάτων. Η ανεξίτηλη γλίτσα που ποτίζει όλη την ύπαρξη δεν είναι ο οριστικός προορισμός των ανθρώπων. Όλοι είναι καταδικασμένοι να προσμένουν τη λύτρωση. Πολιτικοποιημένοι σκεπτόμενοι και ευφάνταστα παιδιά, παροπλισμένες τραγουδίστριες, παράξενοι τύποι, ένας ποιητής, ένας συλλέκτης, ένας μάγος, η γιαγιά με την εγγονή της, τρία ενσυναισθητικά παιδιά από τον Καναδά, μια επιμελήτρια εκδόσεων, ο διπολικός Αμφιμήδης κι η Σέρβα τσιγγάνα, ένας Σαλός και φυσικά ο αφηγητής. Κυρίως όμως ένας ανίσχυρος και άβουλος Θεός, που σιωπά αναμένοντας κι αυτός ένα θαύμα. Σιωπά πράγματι, όμως; Ή μιλά μέσω του Ρικάρντο; Ο Ρικάρντο είναι ένα παιδί από την Ιβηρική, που έμεινε ορφανό ύστερα από ένα αυτοκινητικό δυστύχημα ταξιδεύοντας με τους γονείς του προς Βαρκελώνη. Ένα παιδί χαρισματικό, να ο λυτρωτής, αυτός που θα θυσιαστεί εκουσίως για να ξαναβρούν οι τόποι την ιερότητά τους, οι άνθρωποι τη χαρά, τα παιδιά το γέλιο. Για να ξαναβρεθεί το νόημα και το χαμένο κέντρο της ζωής χρειάζεται πάντα κάποιος Αμνός, κάποιο Παιδίον Νέον.

goutasΗ τρίτη νουβέλα ονομάζεται “Της αγάπης αναθήματα». Εδώ το ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς σκεπάζει, καλεί και φωτίζει έναν μικρό Απόλλωνα και την ιερή μνήμη του παππού του. Ο εγγονός αποκαθιστά την επικοινωνία μ’ ένα προσκύνημα πίστης και αγάπης που οδηγεί στο επιστέγασμα: το τελικό διήγημα. Στη συνάντηση και την αποκατάσταση των πάντων που συντελείται στον “Τύμβο», έναν προθάλαμο ψυχών των αθώων στη νήσο Σενμαλίτσο. Κάποτε ο τύμβος αυτός θα υψωθεί τόσο που θα υπερκαλύψει την έκταση του νησιού. Τότε αυτό θα βουλιάξει και οι αθώες ψυχές θα αναδυθούν ελεύθερες και θα ξαναζήσουν ευτυχισμένες χωρίς φθαρτό σώμα. Στο νησί αυτό (ένα φαντασιακό μα αληθινό νησί κι όχι ένα ψεύτικο, όπως η πραγματική Δυσδαιμόνα) θα συναντηθούν ξανά ο Μποέμ κι ο Ρικάρντο και όλοι οι αθώοι, όλοι οι βασανισμένοι αυτού του κόσμου. Η συνδυαστική μυθοπλαστική φαντασία του Γούτα κατορθώνει εδώ να εμφυσήσει με θέρμη, στη νοτισμένη ατμόσφαιρα της θανάσιμης μελαγχολίας, την ελπίδα πως η μοίρα των αθώων αυτής της δημιουργίας δεν είναι η άσκοπη καταστροφή αλλά η αποκάλυψη ενός απρόσιτου στον ορθό λόγο σχεδίου. Με την γερή πεζογραφική του σκευή κατορθώνει να διαπλέξει θαυμαστά φαντασία, πραγματικότητα και ανθρωπισμό, με τρόπο που ο χρόνος γίνεται πάλι ενιαίος και αδιαίρετος, όχι πια ως μνήμη αλλά ως ζωή ακέραιη. Η λογοτεχνία ως μοναδική δυνατότητα νίκης της αθωότητας: να μια ιδέα που ο Γούτας υπηρετεί σταθερά όχι μόνο θεωρητικά αλλά με άρτια πραγματωμένη τέχνη, όπως αυτή που υποδειγματικά αναδείχθηκε με τούτο το βιβλίο.

Μποέμ και Ρικάρντο
Τρεις νουβέλες και μία συνάντηση
Παναγιώτης Γούτας
Κέδρος
224 σελ.
ISBN 978-960-04-4969-3
Τιμή €12,50

Πηγή: Diastixo.gr