1546986496626-49375950_348250572437644_8714838842332413952_n

Πριν από λίγες ημέρες, δύο υπόδικοι κρατούμενοι απέδρασαν από το κελί 17, της Δ’ Πτέρυγας των φυλακών Κορυδαλλού. Έκοψαν τα κάγκελα του κελιού τους, βγήκαν το βράδυ στον προαύλιο χώρο και σκαρφάλωσαν στον τοίχο με ένα αυτοσχέδιο σχοινί που είχαν φτιάξει από ιμάντες τσαντών. Στην άκρη του, είχαν δέσει επίσης έναν αυτοσχέδιο γάντζο που τους βοήθησε να περάσουν τους ψηλούς μαντρότοιχους της φυλακής. Και τελικά τους πέρασαν, ενώ η απουσία τους δεν παρατηρήθηκε παρά μόνο στην πρωινή καταμέτρηση.

Εκτός από τις φαντασμαγορικές αποδράσεις που συνήθως και δικαίως απασχολούν επί μέρες τα μίντια, υπάρχουν άλλοτε αποδράσεις που απασχολούν οριακά μερικά μονόστηλα και άλλοτε αποτυχημένες προσπάθειες, που όπως τα υποκείμενά της, έτσι και η αντίστοιχη πληροφορία που παρήγαγε η προσπάθειά τους, θα μείνει κι αυτή εγκλωβισμένη τελικά στους ίδιους τοίχους. Η πρόσφατη απόδραση ήταν μια απ’ αυτές που ναι μεν έγινε χωρίς ιδιαίτερo ντόρο, είχε όμως τις τρεις προϋποθέσεις στις οποίες βασίζεται μια απόδραση: υπήρχαν τα μέσα, η ευκαιρία και το κίνητρο.

Στην Ελλάδα, το σωφρονιστικό σύστημα είναι μια απόδειξη πως μεταξύ της δικαιοσύνης και της απονομής δικαιοσύνης, υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος που παραμένει αγεφύρωτος. Οι φυλακές δεν μπορούν να εξασφαλίσουν ούτε τον υποτιθέμενο σωφρονισμό και την επιστροφή των έγκλειστων στην κοινωνία, αλλά ούτε καν την ίδια τους τη ζωή κάποιες φορές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι θάνατοι στα πειθαρχεία, η έλλειψη ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης – προχθές, την πιο κρύα ημέρα του χρόνου, δεν είχαν ούτε ρεύμα, ούτε θέρμανση. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, το να βρει ένας κρατούμενος το κίνητρο να εκτίσει την ποινή του χωρίς να σκέφτεται τη ζωή που βρίσκεται στην άλλη άκρη του συρματοπλέγματος μοιάζει σχεδόν αδύνατο, ακριβώς επειδή δεν υπάρχει ζωή μέσα από τη “νεκρή ζώνη». Το κίνητρο για έναν κρατούμενο γίνεται η αναζήτηση της ελευθερίας του – πρακτικά και όχι απλά σαν μια πολυπόθητη κατάκτηση της φαντασίας του.

Ο άνθρωπος άλλωστε είναι φτιαγμένος για να δυσανασχετεί σε κάθε προσπάθεια καταπίεσης και περιορισμού, διότι υπάρχει μέσα σε κάθε ον μια ασίγαστη ορμή να είναι ελεύθερο. Όσο κι αν οι αποδράσεις κινητοποιούν ασύμμετρα δυνάμεις των καταδιωκτικών μηχανισμών και όσο ηθικό πανικό και αν προκαλούν στα μίντια, η αλήθεια είναι ότι ο νομοθέτης αναγνωρίζει την έμφυτη τάση του ανθρώπου προς απόκτηση της ελευθερίας του και γι’ αυτό τις διώκει σε βαθμό πλημμελήματος. Μάλιστα, στον πρώτο ελληνικό ποινικό νόμο που συντάχθηκε επί βασιλείας Όθωνα, η πράξη αυτή -όπως και σε άλλες ηγεμονίες της Ευρώπης- δεν χαρακτηριζόταν ως κολάσιμη. Οι μόνες πραγματικές κυρώσεις που έχει ένας δραπέτης που συλλαμβάνεται, άπτονται των διατάξεων του σωφρονιστικού κώδικα -κι όχι του ποινικού-, με την επιβολή κάποιας πειθαρχικής ποινής.

Πώς και γιατί αποφασίζει κάποιος να αποδράσει, πώς ξεκινάει η υλοποίηση της απόφασης και με ποιους τρόπους βοηθούν άλλοι συγκρατούμενοι, τι εργαλεία χρησιμοποιούνται; Και, υπάρχει η προϋπόθεση μιας σχετικής οικονομικής δυνατότητας; Μερικές απαντήσεις σε αυτά, μας δίνουν δύο κρατούμενοι με τις αντίστοιχες εμπειρίες:

Τόνι Ν.

Η πρώτη μου απόπειρα ήταν από τη Δ’ πτέρυγα του Κορυδαλλού, το 2012. Είχαμε σχεδιάσει να φύγουμε καμιά δεκαριά μέρες πριν. Είχα βρει μια βίδα στο προαύλιο, την πήρα, την έβαλα σε ένα κοντάρι και ξεκίνησα να κόβω το κάγκελο από τις 6 το απόγευμα. Μέχρι τις 7:30, είχα τελειώσει. Χρειάστηκε μόνο μια βίδα για να κόψουμε το κάγκελο, γάντζους που φτιάξαμε από τα σίδερα που έβγαλα από τα παράθυρα, σεντόνια για να φτιάξουμε ένα δυνατό σχοινί για τους γάντζους, και κουβέρτες για να μην κοπούμε από τα ξυράφια που έχουν τα συρματοπλέγματα.

Μόλις έφτασα σε κάποιο σκοπό έξω από την Ά πτέρυγα, μου λέει “Καλημέρα, συνάδελφε», εγώ άναψα τσιγάρο και έκανα πως ελέγχω το σημείο. Δεν με κατάλαβε διότι θα σκέφτηκε, “σιγά μην άναψε τσιγάρο ο κρατούμενος».

Λίγο πριν κλείσει η φυλακή, ανέβηκα πάνω στην ταράτσα για να κατέβω μετά με σχοινί. Την ώρα που ανέβαινα, έτρεμα. Ήταν φρίκη, σκεφτόμουν συνέχεια πως θα πέσω κάτω. Όταν έφτασα στην ταράτσα, περίμενα να δω τι θα κάνει ο εξωτερικός φρουρός. Έβγαλε το κινητό του στην αρχή, φώτιζε επάνω στα μάτια του και δεν με έβλεπε. Περίμενα λίγο ακόμη. Λίγο αργότερα, σε μια βρύση που υπάρχει εκεί, πήγε να πλύνει τα μούτρα του. Εκείνη την ώρα κατέβηκα με το σχοινί από την ταράτσα και μπουσουλώντας έφτασα μέχρι το κτήριο που βρίσκονται τα επισκεπτήρια. Έριξα τον γάντζο για να πηδήξω τη μάντρα. Μαζί με εμένα είχαν βγει άλλα δύο άτομα. Ο σκοπός τούς είχε δει και λίγο πριν ανέβω στη μάντρα, χτύπησε ο συναγερμός.

Η δεύτερη προσπάθεια έγινε πάλι από τον Κορυδαλλό. Αυτήν την απόδραση τη σχεδίαζα οκτώ μήνες. Είχα έρθει στον Κορυδαλλό από τα Γρεβενά, για το δικαστήριό μου. Είχα ετοιμάσει τον γάντζο, το σκοινί και είχα φτιάξει κι έναν λοστό. Τα έβαλα όλα μέσα από το μπουφάν μου. Το πρωί είπα στον υπάλληλο ότι έχω προβλήματα με άλλους κρατούμενους και του ζήτησα να κατέβω νωρίτερα για τη μεταγωγή στα δικαστήρια. Εκείνη την ημέρα είχε δικαστήριο και ο συγκελίτης μου. Του ζήτησα όταν περάσει από το λογιστήριο να πει ότι είχε περισσότερα λεφτά στον λογαριασμό του και να κάνει φασαρία με τον υπάλληλο για να τον απασχολήσει. Το λογιστήριο βρίσκεται στον διάδρομο που οδηγεί στις κλούβες. Ακριβώς κάτω από το γκισέ, υπήρχε μια τρύπα που την είχαν κλείσει με μια πόρτα και ένα μικρό λουκέτο. Ήξερα ότι οδηγούσε στη νεκρή ζώνη. Έσπασα το λουκέτο, μπήκα μέσα και βγήκα στη νεκρή ζώνη.

Ήμουν έτοιμος να κλάψω. Σκεφτόμουν πως δεν θα έρθει κανείς να με πάρει και εκεί που έλεγα “πάει, θα πεθάνω εδώ» έσκασαν δύο Audi μπροστά μου. Με έχωσαν στο αμάξι και μου είπαν ότι το ένα αμάξι θα πηγαίνει μπροστά για ασφάλεια και το άλλο πίσω, μέχρι να φτάουμε Θεσσαλονίκη. “Από τη Θεσσαλονίκη και μετά δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι». Οι άνθρωποι που με πήραν, δεν με ήξεραν. Μου είπαν μόνο, “Αφού είναι να φύγει κάποιος από τη φυλακή, δεν έχει σημασία που δεν γνωριζόμαστε». Με άφησαν στο σταθμό του τρένου και μου έδωσαν 50 ευρώ για ασφάλεια, διότι ήμουν από τη φυλακή και δεν είχα πάνω μου καθόλου χρήματα. Μόνο μια ατζέντα με τηλεφωνικούς αριθμούς είχα επάνω μου και τίποτα άλλο.

Έτσι βρέθηκα δραπέτης, βράδυ, στον σταθμό, μόνος, με 50 ευρώ επάνω μου και με το τελευταίο τρένο για Αθήνα να έχει φύγει εδώ και ένα τέταρτο. Μετά από λίγο, ένας άνθρωπος που είχα ειδοποιήσει ήρθε με ένα “παπί», μου έδωσε μια σακούλα με χρήματα και είπε ότι η μόνη λύση για να πάω στην Αθήνα ήταν τα ΚΤΕΛ. Κι αυτά τα προλάβαινα οριακά. Ήμουν χεσμένος απ’ τον φόβο μου. Του ζήτησα αν μπορεί να με πάει και το μόνο που είπε ήταν “καβάλα».

Στα ΚΤΕΛ πρόλαβα το λεωφορείο που μόλις είχε ξεκινήσει. Ευτυχώς ο οδηγός σταμάτησε για να ανέβω. Μετά από ένα τέταρτο, εκεί που είχα χαλαρώσει και σκεφτόμουν ότι τώρα όλα είναι εντάξει και ότι θα φτάσω στην Αθήνα, μας σταμάτησε ένα μπλόκο της Αστυνομίας. Έψαχναν για μετανάστες χωρίς χαρτιά. Μπήκαν ένας μπάτσος από την μπροστινή πόρτα, ένας από την πίσω και ζητούσαν ταυτότητες. Είχα αρχίσει να τρέμω. Ο ένας με πλησίασε και ζήτησε και τη δική μου. Του λέω, “Μένω στις Συκιές -η μόνη περιοχή που ήξερα από τη Θεσσαλονίκη- είμαι φοιτητής στα ΤΕΙ και έχει αρρωστήσει η μάνα μου. Έφυγα επειγόντως και δεν πήρα μαζί μου ταυτότητα, ούτε ρούχα δεν πρόλαβα να πάρω». Ο μπάτσος δεν μου απάντησε και συνέχισε τον έλεγχο. Είχα χλωμιάσει γιατί πίστευα πως μόλις τελειώσει με τους άλλους, θα με κατεβάσει για εξακρίβωση και θα με πάει στο Τμήμα. Όταν όμως έφτασε στην πόρτα, κατέβηκε. Έψαχναν για μετανάστες και αφού άκουσαν ότι δεν μιλάω σπαστά ελληνικά, δεν ασχολήθηκαν παραπάνω.

Εκείνο το βράδυ έφτασα στην Αθήνα. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Μια ιστορία για το πώς μπορεί μια ποινή από τα 17 χρόνια να ανέβει στα 300.

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας.

Περισσότερα από το VICE

Η Ζωή και ο Θάνατος του Βασίλη Στεφανάκου

Ο Χρήστος Ρούσσος Σκότωσε τον Σύντροφό του και Έζησε 15 Χρόνια στη Φυλακή με Κινηματογραφικούς Έρωτες

Μίλησες για Καψώνια στον Ελληνικό Στρατό; Πήγαινε Δυο Χρόνια Φυλακή

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.

Πηγή: vice.com