Κυβερνήσεις, κοινοβουλευτικές επιτροπές, ανεξάρτητες αρχές προστασίας δεδομένων και ανταγωνισμού, ακόμη και η εφορία- όλοι φαίνεται να τα βάζουν με το Facebook τον τελευταίο χρόνο. Οι ανησυχίες για παραβίαση της ιδιωτικότητας και κατάχρηση δεδομένων, για προώθηση ρητορικής μίσους και διασπορά ψευδών ειδήσεων ολόενα και εντείνονται, θέτοντας στους χρήστες ενώπιον του διλήμματος των Clash: Shoud I stay or should I go?

Το δημοφιλές μέσο κοινωνικής δικτύωσης έχει κατηγορηθεί ακόμη και για μη αναμενόμενα, άβολα εκλογικά αποτελέσματα, όπως το Brexit ή εκλογή Τραμπ, καθώς οι δημόσιες συζητήσεις για το ρόλο του βαδίζουν σε λεπτές ισορροπίες μεταξύ πραγματικότητας και μύθων. Και κάπως έτσι το βρετανικό περιοδικό Economist θέτει το ερώτημα εάν θα πρέπει τελικά να κλείσουμε τους λογαριασμούς μας, η γερμανική Handelsblatt αναρωτιέται ποιο θα είναι το μέλλον του και σύσσωμα τα αμερικανικά μέσα εξετάζουν εάν πρέπει και μπορεί να τεθεί υπό αυστηρότερο έλεγχο και να αλλάξει.

Τίποτα δεν είναι δεδομένο και όλα είναι… data για τον διαδικτυακό κολοσσό, που στα 15 χρόνια του, έχει μπει για τα καλά στις ζωές μας, με ενθουσιασμό, αλλά και πολύ γκρίνια, όπως αρμόζει σε έναν… έφηβο. Μπορεί όμως εκτός από τις αδιαμφισβήτητες δυνατότητες, που προσφέρει, να συνιστά και απειλή;

Πρόσφατη έρευνα για των πανεπιστημίων Στάνφορντ και Νέας Υόρκης έδειξε ότι η απενεργοποίηση των λογαριασμών του Facebook μας κάνει λιγότερο ενημερωμένους, αλλά πολύ πιο χαρούμενους και ήρεμους. Όσοι έμειναν εκτός κέρδισαν μία πρόσθετη ώρα ελεύθερου χρόνου. Αυτή οι περισσότεροι δεν την αφιέρωσαν σε άλλες πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης ή σε site, αλλά πέρασαν περισσότερο χρόνο με οικογένεια και φίλους ή είδαν τηλεόραση. Κατανάλωσαν πολύ λιγότερες ειδήσεις και δήλωσαν πιο ευτυχείς. Ανάλογες μελέτες στο παρελθόν είχαν επίσης καταδείξει ότι η συχνή χρήση των social media μπορεί να προκαλέσει μελαγχολία ή άγχος. Δεν είναι όμως μόνο ή τόσο οι φόβοι για τις επιπτώσεις στην ψυχική μας υγεία που συζητιούνται και ανησυχούν.

Η αρμόδια κοινοβουλευτική Επιτροπή της Βρετανίας, που ανέλαβε να εξετάσει κατά πόσο το Facebook χρησιμοποιεί νόμιμες μεθόδους, σε αναφορά, που έδωσε σήμερα στη δημοσιότητα, είναι καταπέλτης: Το μέσο κοινωνικής δικτύωσης εν γνώσει του και σκοπίμως καταστρατηγεί τη νομοθεσία τόσο για τα προσωπικά δεδομένα όσο και για τον ανταγωνισμό, επισημαίνει και ψέγει την περιφρονητική συμπεριφορά του ιδρυτή του, Μαρκ Ζάκερμπεργκ. To συμπέρασμα της βρετανικής έρευνας κάνει τον Guardian να μιλήσει σε ένα από τα πιο σκληρά σχόλια για έναν “ψηφιακό γκάνγκστερ, που καταστρέφει την Δημοκρατία».

Δεν είναι ακόμη σαφές ποιες θα είναι οι επιπτώσεις της κοινοβουλευτικής έρευνας για το Facebook και εάν αυτές θα περιοριστούν στη Βρετανία ή θα έχουν ευρύτερο αντίκτυπο. Μία απόφαση που φαίνεται να υπονομεύει πολύ περισσότερο το επιχειρηματικό μοντέλο του και θα μπορούσε να το αναγκάσει να αλλάξει, εάν θέλει να έχει ουσιαστικό μέλλον, είναι αυτή της αρμόδιας ρυθμιστικής αρχής στη Γερμανία.

Το Ομοσπονδιακό Γραφείο Ανταγωνισμού διέταξε το αμερικανικό μέσο να αλλάξει τους όρους χρήσης και ειδικά το αίτημά του για άδεια, ώστε να μπορεί να συνδυάζει δεδομένα από διαφορετικές πηγές. Του απαγορεύει δηλαδή να χρησιμοποιεί δεδομένα από το WhatsApp, το Instagram και ιστότοπους τρίτων μερών, που χρησιμοποιούν χαρακτηριστικά του Facebook, όπως το κουμπί Like.

“Στο μέλλον το Facebook δεν θα επιτρέπεται να αναγκάζει τους χρήστες του να συμφωνούν σε πρακτικά ανεξέλεγκτη συγκέντρωση δεδομένων» σχολίασε ο επικεφαλής της αρχής, Αντρέας Μουντ κάνοντας λόγο για κατάχρηση εξουσίας εκ μέρους του αμερικανικού κολοσσού. Πρόσθεσε δε ότι ο συνδυασμός δεδομένων από τις πηγές αυτές βοήθησε το μέσο να οικοδομήσει μία μοναδική βάση και να ενισχύσει τη θέση του στην αγορά.

Το μοντέλο του Facebook αυτή τη στιγμή στηρίζεται ακριβώς στη δυνατότητά του να συγκεντρώνει τέτοια δεδομένα, ώστε οι διαφημιζόμενοι να μπορούν να στοχεύουν με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια στους χρήστες. Οι στοχευμένες διαφημίσεις είναι η βασική πηγή εισοδήματος για την εταιρεία του Ζάκερμπεργκ και τώρα αυτή κινδυνεύει να δεχθεί πλήγμα- ειδικά εάν και άλλες χώρες ακολουθήσουν το παράδειγμα των Γερμανών.

Ενδεικτικό της ανησυχίας που προκαλεί στο Facebook η απόφαση είναι το γεγονός ότι λίγα μόλς λεπτά μετά την δημοσιοποίησή της ανακοίνωσε ότι θα ασκήσει έφεση σε δικαστήριο του Ντίσελντορφ. Κατηγόρησε δε την ρυθμιστική αρχή ότι υποτιμά την δύναμη ανταγωνιστικών υπηρεσιών, όπως τα YouTube και SnapChat, ότι παρερμηνεύει τους κανόνες για την προστασία των δεδομένων και εφαρμόζει εσφαλμένα τους κανόνες ανταγωνισμού.

Εάν η Δικαιοσύνη επικυρώσει την απόφαση το Facebook θα κληθεί να συμμορφωθεί μέσα σε 12 μήνες και ουσιαστικά να αλλάξει το επιχειρηματικό μοντέλο του.

Το μέσο κοινωνικής δικτύωσης βάλλεται από παντού. Αλλά αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι περίπου 2,3 δισεκατομμύρια άνθρωποι ανά τον πλανήτη (το 30% του παγκόσμιου πληθυσμού) επισκέπτονται κάθε μήνα την πλατφόρμα του. Έχει αναμφισβήτη απήχηση και επιρροή, είναι μία πλατφόρμα ανταλλαγής ιδεών και ένας επιχειρηματικός κολοσσός, που όσο και εάν “μίκρυνε» σε σχέση με τα τέλη του 2017, εξακολουθεί να εμφανίζει κεφαλαιοποίηση άνω των 460 δισ. δολαρίων.

Είναι δύσκολο αυτή τη στιγμή να δει κανείς έναν κόσμο χωρίς Facebook. Πρέπει όμως και το ίδιο να αντιληφθεί ότι λειτουργεί πια σε έναν κόσμο διαφορετικό από εκείνον, στον οποίο γεννήθηκε πριν από 15 χρόνια: έναν κόσμο πιο υποψιασμένο και ευαίσθητο απέναντι σε κινδύνους για την ιδιωτικότητά του. Έναν κόσμο, που έπαθε και μαθαίνει.

Πηγή: magnesianews.gr