Κάθε μέρα το VICE Greece παρουσιάζει σε πρώτη δημοσίευση διηγήματα με θέμα “Καλοκαίρι και Έγκλημα». Το παρακάτω διήγημα που έγραψε η Μιμή Φιλιππίδη για το αφιέρωμα βιβλίο, έχει τίτλο “Ο Υάκινθος στη Σαντορίνη». Η Μιμή Φιλιππίδη γεννήθηκε στη Δράμα και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε σκηνοθεσία κινηματογράφου και τηλεόρασης στο πολιτειακό πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Σαν Ντιέγκο (SDSU), όπου εργάστηκε ως παραγωγός και σκηνοθέτις. Έχει γράψει τηλεοπτικά και κινηματογραφικά σενάρια, ενώ έχει μεταφράσει σενάρια δυόμισι χιλιάδων ταινιών για την προβολή τους στον κινηματογράφο. Είναι μέλος της Ελληνικής Λέσχης Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας (ΕΛΣΑΛ). Το νέο της μυθιστόρημα Έγκλημα στη Φωκυλίδου” κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη.

Eπιμέλεια αφιερώματος: Μελπομένη Μαραγκίδου


“Στο άλλο ημισφαίριο της γης υπάρχει ο άλλος μας εαυτός, το είδωλό μας σ’ έναν καθρέφτη πιο σκοτεινό ή πιο φωτεινό… Αν τύχει να τον συναντήσουμε όσο ζούμε, η κατάληξη είναι μοιραία», μου είχε πει ο Αντόνιο δείχνοντας τα δυο μπλεγμένα προφίλ, άσπρο και μαύρο, στον πίνακα που μου είχε ζωγραφίσει. Είχε φάει πάλι το φοιτητικό μηνιάτικο και μου ξεπλήρωνε τα δανεικά με την τέχνη του. Τη δοξασία αυτή την δεν την είχα ξανακούσει, αλλά αποθηκεύτηκε από τότε στο μυαλό μου.

Χρόνια μετά, καλοκαίρι, ξαναβρεθήκαμε στη Σαντορίνη. Ο Αντόνιο είχε αλλάξει πολύ. ‘Ηταν πια φημισμένος φωτογράφος μόδας στην Ισπανία, με σώμα γλυπτό γυμναστηρίου. Ποτέ δεν τον έλεγες όμορφο. Ειδικά στα φοιτητικά χρόνια, που άλλοτε λόγω ισχνών οικονομικών άλλοτε λόγω γκόθικ αισθητικής, ήταν σαν ανορεξικός, καχεκτικός, χλωμός. Τώρα απέπνεε μια υγεία, μια λάμψη πολύ ελκυστική. Η εξεζητημένη αρτίστικη εμφάνιση παρέμενε, μόνο που οι εκκεντρικές επιλογές στα ρούχα του δεν ήταν πια χειροποίητες κατασκευές ή από “δεύτερο χέρι”, αλλά αυθεντικά πανάκριβα κομμάτια.

Το βράδυ που γνωρίσαμε στο υπαίθριο κλαμπ εκείνο το άλλο αγόρι, τον Τόνι, ανατρίχιασα. ‘Ηταν από την Αυστραλία, από τους Αντίποδες, από το άλλο ημισφαίριο. Κατάξανθος, ντυμένος στα λευκά, με παράστημα αθλητικό, αέρινα λινά ρούχα. Ο Αντόνιο καρβουνισμένος από τον ήλιο, με μαύρο τζιν και μαύρο αμάνικο τισέρτ που άφηνε να φαίνονται οι σμιλεμένοι του δικέφαλοι. Τόνι και Αντόνιο, άσπρο και μαύρο, θετικό και αρνητικό. Στέκονταν ο ένας δίπλα στον άλλον σαν σατιρική έκφραση της απόλυτης αντίθεσης, καλό-κακό, αγγελικό-σατανικό, θερμό-ψυχρό. ‘Ολα τα ζευγάρια αντίθετων εννοιών προσωποιούνταν σε αυτούς τους δυο ανθρώπους -ή μήπως ήταν ένας, τα δυο πρόσωπα μιας και μόνης ύπαρξης; Με τρόμο θυμήθηκα αυτά που μου έλεγε ο Αντόνιο χρόνια πριν, μπροστά στον πίνακά του. Εκείνη η ποιητική δοξασία είχε γίνει τώρα απτή, ζωντανή εικόνα.

Σύντομα όμως ο Τόνι έπαψε να είναι απλή εικόνα. ‘Εγινε φίλος μας και το μυαλό μου ξεκόλλησε από την ενοχλητική δεισιδαιμονία. Κατάλαβα εξάλλου ότι το μυαλό του Αντόνιο δεν την είχε ανακαλέσει καν. Φαινόταν να έχει απωθήσει κάθε λατινοαμερικάνικη πρόληψη σχετική με μοίρα και πεπρωμένο, να έχει ξεχάσει εκείνες τις ιστορίες από τη Βενεζουέλα που έλεγε παλιά -τα κωμικά περιστατικά με την Ινδιάνα υπηρέτρια της οικογένειας που ξόρκιζε συνεχώς δαίμονες με ματζούνια, βοτάνια και μαγικά φίλτρα φτιαγμένα από κάθε λογής ουσία, με αποτέλεσμα το σπίτι να βρομάει μονίμως κλούβιο αβγό. Αυτή τη μυρωδιά την είχε ταυτίσει με τη Βενεζουέλα και δεν την ήθελε πια στα ρουθούνια του, από τότε που έμενε στην Ισπανία και δήλωνε Ευρωπαίος.

Πέντε μέρες είχαν περάσει από τη νύχτα της γνωριμίας μας με τον Τόνι κι από τότε δεν είχαμε αποχωριστεί τη συντροφιά του. Ο Αντόνιο, ο Τόνι κι εγώ πηγαίναμε κάθε μέρα για κολύμπι, λιαζόμασταν ώρες ολόκληρες στις ξαπλώστρες και τα βράδια τριγυρνούσαμε στα κλαμπ. “Μαύρισες πολύ, κοντεύεις να γίνεις σαν εμένα”, είπε μια μέρα ο Αντόνιο στον Τόνι. “Ειρωνεία, ε; Αφού μάλλον εσύ θα’θελες να μοιάσεις σε μένα” του απάντησε εκείνος. Μου φάνηκε τόσο αλλαζονικό το σχόλιο που στράφηκα αμέσως προς στον Αντόνιο να δω την αντίδρασή του. Δεν είχε ενοχληθεί καθόλου. Χαμογελούσε πονηρά καρφώνοντας τον Τόνι στα μάτια. Μου είχε διαφύγει κάτι; Τόσα χρόνια που ήξερα τον Αντόνιο, είχα ζήσει από κοντά την αγωνία του να ντυθεί έναν άλλο, πιο αγγλοσαξονικό εαυτό. Ο Τόνι όμως πώς το είχε μυριστεί τόσο γρήγορα; ‘Ισως μοιράζονταν κάποια μυστικά οι δυο τους τις ώρες της ηλιοθεραπείας χωρίς να το αντιληφθώ, ή ίσως όταν πήγαιναν για γουίντ-σέρφινγκ οι δυο τους…

Κάθε μέρα ο Αντόνιο φαινόταν να θαυμάζει όλο και πιο πολύ τον Τόνι. Τον έβαζε να του μιλάει για την Αυστραλία. Δεν τον ενδιέφεραν τόσο οι ομορφιές της και οι ιθαγενείς -αφού και η Βενεζουέλα διέθετε αντίστοιχο φολκλόρ- αλλά η ζωή του Τόνι εκεί και το παραμυθένιο πέπλο που τον τύλιγε από την κούνια του. Ο Τόνι ήταν ένα καλοζωϊσμένο παιδί μεγαλωμένο μέσα σε αγάπη και ανέσεις. Με γονείς μεγαλογιατρούς, ιδιοκτήτες κλινικής, σπούδαζε κι εκείνος Ιατρική φιλοδοξώντας να ασχοληθεί με την έρευνα του άσθματος που τον ταλαιπωρούσε από μικρό. Εκείνο το καλοκαίρι είχε βιώσει την πρώτη του ερωτική απογοήτευση. Η κοπέλα του η Victoria τον παράτησε για έναν ηθοποιό της περιθωριακής θεατρικής σκηνής του Σίδνεϋ. “Παραείσαι ισορροπημένος, προγραμματισμέ-νος και νορμάλ” του είχε πει. Και τότε ο Τόνι αποφάσισε να κάνει ένα μακρύ ταξίδι στον κόσμο για να ξεχάσει τη Victoria. Θα περνούσε από κάθε ήπειρο, σταματώντας σε μέρη που αρχίζουν από V. ‘Ετσι το γράμμα αυτό θα συνδεόταν με νέες εικόνες, νέες εμπειρίες, δε θα έμενε μέσα του ως το αρχικό του ονόματος εκείνης. Από την Ευρώπη είχε διαλέξει τη Βενετία, όπου θα κατευθυνόταν μετά τη στάση στη Σαντορίνη.


Έναν Χρόνο Μετά, το Μάτι από τη Θάλασσα

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook


Αφού πας δυτικά ψάχνοντας για V, να σταματήσεις και στη Venezuela, του είπε μια μέρα ο Αντόνιο. Κι άρχισε να περιγράφει τη ζωή του εκεί με τόση αγάπη και νοσταλγία που απόρησα. Την αποκαλούσε μάλιστα πατρίδα του με καμάρι. ‘Ισως τώρα που ζούσε στην Ευρώπη, η Βενεζουέλα ήταν ακίνδυνα εξωτική και η μνήμη του την εξωράιζε. ‘Ισως είχε συμφιλιωθεί με τον εαυτό που χρόνια αρνιόταν. Τις λίγες εκείνες μέρες στη Σαντορίνη, η εικόνα των τριών μας ήταν η ίδια. Αντόνιο και Τόνι σε μια μόνιμα εκρηκτική επικοινωνία κι ανάμεσά τους εγώ. Τα δυο αγόρια γελούσαν, χειρονομούσαν, φλυαρούσαν, μάλωναν, κι εγώ στη μέση, άλλοτε αθέατη και αμέτοχη κι άλλοτε αποδέκτης ή καταλύτης των εκδηλώσεών τους. ‘Ηταν στιγμές που, αν μιλούσε πολλή ώρα ο Τόνι μαζί μου, ο Αντόνιο άρχιζε να με φλερτάρει -πολύ με ξάφνιασε αυτό μετά από τόσα χρόνια φιλίας. Με μια πρώτη ματιά έβλεπες δυο άντρες που διεκδικούσαν την ίδια γυναίκα. Μια έλξη που τραβούσε τα δυο άκρα στο κέντρο. Με μια δεύτερη ματιά έβλεπες την έλξη να κατευθύνεται από το ένα άκρο στο άλλο, περνώντας από το κέντρο.

Εκείνο το απόγευμα φυσούσε ο γλυκός Ζέφυρος. Περασμένες οκτώ κι ήμασταν ακόμη ξαπλωμένοι στην ακροθαλασσιά. Εγώ γερμένη στον ώμο του Αντόνιο κι ο Τόνι ρέμβαζε δίπλα μου. Την επόμενη θα έφευγε για να συνεχίσει το ταξίδι στη Δύση. Σαν να φάνηκαν πολλές οι ώρες αδράνειας στον Αντόνιο, πετάχτηκε όρθιος.

“Είσαι για μια κόντρα με σερφ;” ρώτησε τον Τόνι.
“Δε φυσάει πολύ”.
“Είσαι ή όχι;”
“Πάμε!”

Γεμάτοι έξαψη, άρχισαν να βάζουν φινάκια στα σκάφη, να τριμάρουν τα πανιά, σαν μονομάχοι πριν τον μεγάλο αγώνα. Σ’ ένα τράβηγμα του πανιού, ο Αντόνια έδωσε άθελά του μια γερή αγκωνιά στο στομάχι του Τόνι. Εκείνος διπλώθηκε στα δυο, μούγκρισε, αλλά όταν ο Αντόνιο έσκυψε από πάνω του ζητώντας συγνώμη, ο Τόνι με μια τρικλοποδιά τον έριξε κάτω. Σε λίγο κυλιόνταν κι οι δυο σαν αλητάκια πάνω στα βότσαλα, σε μια άγρια και παιδιάστικη πάλη που άρχισε μέσα σε νευρικά γέλια. Τα δυο καλογυμνασμένα σώματα τυλίγονταν το ένα γύρω από το άλλο, απωθούνταν, ενώνονταν ξανά με ορμή, κολλούσαν μέσα στον ιδρώτα, ώσπου τα γέλια έρβησαν κι ακούγονταν μόνο οι βαριές ανάσες και τα βογγητά.

“Παραδίνεσαι;” Ο Αντόνιο κρατούσε τον Τόνι καρφωμένο ανάσκελα, τα δυο πρόσωπα κολλημένα σχεδόν. ‘Εβλεπα τα δυο προφίλ τους σαν εκείνα στον παλιό πίνακα του Αντόνιο.

“Παραδίνεσαι;” ξαναρώτησε ο Αντόνιο. ‘Εμειναν για λίγο να κοιτάζονται κατάματα, λαχανιασμένοι, με βλέμματα αγριεμένα. Καμιά ευθυμία στον αέρα. Δεν ήταν πια παιχνίδι. Το ανθρώπινο σύμπλεγμα ήταν μια καθαρά ερωτική εικόνα.

“Πάμε για τη ρεβάνς” είπε ο Τόνι βγαίνοντας από την παραζάλη και σηκώθηκε.

Η κόντρα των δυο αγοριών στη θάλασσα δεν τέλειωσε ανώδυνα, όπως εκείνη στη στεριά. ‘Εβλεπα τα δυο παλιά ν’ αρμενίζουν με φόντο τον πορφυρό ορίζοντα κι έλπιζα ότι μπορούσαν να ξαναγίνουν όλα ένα ανάλαφρο παιχνίδι. Ο Αντόνιο με το κόκκινο πανί του πήγαινε όρτσα, ο Τόνι με το άσπρο πρίμα. Διασταυρώθηκαν αρκετές φορές. Από μακριά ήταν σαν να βλέπω μια εμπνευσμένη χορογραφία. Μετά κατάλαβα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ο Τόνι σαν μενόμενος ταύρος κατευθυνόταν προς το κόκκινο πανί του Αντόνιο. Την τελευταία στιγμή εκείνος πρόλαβε να πηδήξει στο νερό και να γλιτώσει. Το ταξίδι του Τόνι προς τη Δύση τελείωσε εκεί. Το κατάρτι που έσπασε στη σύγκρουση τον χτύπησε δυνατά στο κεφάλι, τη στιγμή που μια κρίση άσθματος του έκοβε την ανάσα. Η κούραση από την πάλη που είχε προηγηθεί και η υπερπροσπάθεια μέσα στο νερό είχαν εξοντώσει τα ασθενικά του πνευμόνια.

Ο Αντόνιο έπαιρνε όρκο ότι ο Τόνι ερχόταν καταπάνω του σαν λυσσασμένος, με μια μανία φονική. “Δεν ήταν ατύχημα, ήθελε να με σκοτώσει ή να σκοτωθεί”, έλεγε τότε και σιγομουρμούριζε το τραγούδι Οι άντρες σκοτώνουν αυτούς που αγαπούν…Μια μέρα πρόσθεσε: “’Ισως σκοτώνονται κιόλας, όταν αρνιούνται την αλήθεια τους”.

Πολλα καλοκαίρια έχω συναντήσει τον Αντόνιο από τότε, άλλοτε μόνο του και άλλοτε με κάποιον αγαπημένο του που φέρνει μαζί του από την Ισπανία. Δυο χρόνια συζεί με τον νεαρό και όμορφο ‘Αλβαρο. Τον συστήνει ως συνεργάτη του και καμαρώνοντας ως σύντροφό του. Δε μιλήσαμε ξανά για τον παλιό του εαυτό, τον Τόνι.

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας.

Περισσότερα από το VICE

Η Fahima, η Rabiya και η Farzana Δολοφονήθηκαν στα Ελληνοτουρκικά Σύνορα

Μέσα στα Ασιατικά Μπαρμπέρικα της Θεσσαλονίκης

Φωτογραφίες Από τη Lowriding Σκηνή του Λος Άντζελες

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.

Πηγή: vice.com