Το VICE Greece παρουσιάζει σε πρώτη δημοσίευση διηγήματα με θέμα “Καλοκαίρι και Έγκλημα». Το παρακάτω διήγημα που έγραψε η Μαρία Τζαρδή για το αφιέρωμα βιβλίο, έχει τίτλο “Καλοκαιρινή Νύχτα». Η Μαρία Τζαρδή γεννήθηκε στον Πειραιά. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Αθηνών και στο Πανεπιστήμιο Vincennes – Saint Denis στο Παρίσι. Ζει και εργάζεται στον Πειραιά στη Μέση Δημόσια Εκπαίδευση. Από τις εκδόσεις Εύμαρος έχουν κυκλοφορήσει τα βιβλία της: Εξορία είναι η επιστροφή (2016) και Η τελευταία πτήση (1919).

Eπιμέλεια αφιερώματος: Μελπομένη Μαραγκίδου


Σκούπισε με το χέρι του τον ιδρώτα που κυλούσε στο μέτωπό του και προσπάθησε να συγκεντρωθεί για να ξανακούσει το θόρυβο. Και τον ξανάκουσε. Ο θόρυβος ήταν στην αρχή ανεπαίσθητος. Κάτι σαν γρατζούνισμα. Αν δεν ήταν υποψιασμένος ο γέρος, θα έλεγε ότι κάποιο ζώο προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή του, να του ανοίξει την πόρτα. Όμως είχαν γίνει ήδη τρεις ληστείες στην περιοχή, δύο σε σπίτια και μία στο εστιατόριο του Γιάννη. Γι’ αυτό τέσσερις μέρες τώρα κοιμόταν μέσα στο βενζινάδικο, σε ένα ράντζο, παλιό και άβολο. Ήθελε να προσέχει τη μοναδική περιουσία που είχε, το μαγαζί του.

Τώρα το άκουγε πιο καθαρά. Ήταν κάτι σαν κατσαβίδι, σκέφτηκε. Είχε όμως κλείσει καλά την πόρτα με τις δύο κλειδαριές και την αλυσίδα. Σηκώθηκε απαλά από το ράντζο για να μην ακουστεί. Προχώρησε προς το μεταλλικό ντουλάπι. Όπλο δεν είχε. Ούτε καν μια κυνηγετική καραμπίνα, αυτή που τόσον καιρό σκεφτόταν να πάρει αλλά δεν το είχε αποφασίσει, γιατί, όπως και να το κάνεις, ένα όπλο είναι πάντα ένα όπλο και μπορούσε να σκοτώσει ή να σκοτωθεί. Από τότε που είχε παντρέψει και τη μικρή του κόρη και της είχε παραχωρήσει το σπίτι, ζούσε σε ένα μικρό δώμα στην ταράτσα, κρύο το χειμώνα ζέστη το καλοκαίρι ή άλλοτε πάλι, όπως τώρα, κοιμότανε μέσα στο βενζινάδικο. Αυτό ήταν το μαγαζί του. Ένας μικρός χώρος έξω από την πόλη, όπου πούλαγε και μερικά ψιλοπράγματα, τσιγάρα, νερό, τηλεκάρτες, τα οποία σπάνια αγόραζαν αλλά αυτός τα ξεσκόνιζε ανελλιπώς κάθε πρωί που άνοιγε.

Οι κλειδαριές δεν ήταν εύκολες και στη μία είχε αφήσει το κλειδί από πίσω, έλπιζε λοιπόν να τα παρατήσουν οι διαρρήκτες που πρέπει να ήταν ερασιτέχνες. Ερασιτέχνες και φτωχοί γιατί ήταν γνωστό ότι το βενζινάδικο δεν τα έβγαζε πέρα συνήθως. Θα τους λυπόταν αν δεν προσπαθούσαν να παραβιάσουν τη μοναδική του περιουσία.

Άνοιξε σιγά το μεταλλικό ντουλάπι και πήρε από μέσα έναν λοστό. Για μια στιγμή σκέφτηκε να πάρει κι ένα φτυάρι αλλά τα χέρια του έτρεμαν και δεν θα κατάφερνε να κρατήσει και τα δύο. Το τηλέφωνο ήταν παλαιού τύπου και βρισκόταν στο μπροστινό μέρος του μαγαζιού για να μπορεί να εξυπηρετεί τους πελάτες. Είμαι 82 χρονών, σκέφτηκε. Πολύ γέρος για όλα αυτά. Το μαγαζί είναι η τελευταία μου υποχρέωση. Ίσως για να δίνω κάτι στα εγγόνια μου. Ίσως γιατί δεν το θέλει κανείς άλλος. Δεν μπορώ να το αφήσω στην τύχη του. Είναι το μόνο που έχω τώρα πια.


Bήματα Ανεξαρτησίας

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook


Το μέτωπό του είχε ξαναϊδρώσει. Η ζέστη ήταν πνιγηρή και μαζί με την υγρασία έκανε την ατμόσφαιρα αφόρητη. Ο θόρυβος δυνάμωσε. Οι κλειδαριές πρέπει να είχαν σπάσει. Τώρα αντιστεκόταν μόνο η αλυσίδα. Πόσα λεφτά να είχε στο μαγαζι; Πάνω από είκοσι ευρώ αποκλείεται, τα προηγούμενα τα είχε δώσει στις κόρες του. Σκέφτηκε να τους αφήσει να μπουν και να τους δώσει τα λεφτά για να γλιτώσει τη ζωή του. Όμως το έδιωξε από το μυαλό του κι έσφιξε στο χέρι του το λοστό. Απέναντι στις υποχρεώσεις του κανείς πρέπει να είναι υπεύθυνος και το μαγαζί ήταν η τελευταία του υποχρέωση.

Τώρα μπορούσε να ακούσει καθαρά την αλυσίδα που κουνιόταν. Σε λίγο θα την έσπαγαν κι αυτήν. Γείτονες δεν είχε. Το πιο κοντινό κτίσμα απείχε πεντακόσια μέτρα και ήταν μια αποθήκη. Ακόμα κι αν πέρναγαν αυτοκίνητα οι ληστές δεν θα φαίνονταν από το δρόμο γιατί η πόρτα του βενζινάδικου ήταν πίσω από τις αντλίες. Βλαστήμησε τον εαυτό του που δεν είχε αλλάξει την εξωτερική λάμπα όταν η προηγούμενη κάηκε, δεν του ήταν όμως εύκολο να ανέβει στη σκάλα και μάστορα δεν βρίσκεις αν είναι μόνο για μία λάμπα.

Άκουσε καθαρά την αλυσίδα να πέφτει στο πάτωμα. Συγκεντρώθηκε κι έσφιξε το λοστό περισσότερο αλλά τα χέρια του τρέμανε. Αλλά έτσι είναι. Πρέπει να είναι κανείς υπεύθυνος απέναντι στις υποχρεώσεις του. Σήκωσε το λοστό στα χέρια του και περίμενε.

***

Ο Elton προσπαθούσε ώρα να παραβιάσει τις κλειδαριές με το κατσαβίδι. Η ζέστη έκανε την προσπάθειά του δυσκολότερη και δεν ήταν καλός με αυτά. Κανονικά δούλευε στα θερμοκήπια. Τον έδιωξαν όμως πριν από ένα μήνα χωρίς να του δώσουνε αυτά που του χρωστάγανε από την αρχή της άνοιξης. Όταν πήγε να διαμαρτυρηθεί εισέπραξε μια γερή κλωτσιά και φοβήθηκε. Τώρα καλά καλά δεν είχε ούτε που να μείνει, τουλάχιστον η αποθήκη που κοιμόταν με τους άλλους είχε μία στέγη για τη βροχή.

Αν ήταν κάποιος μέσα στο βενζινάδικο σίγουρα θα τον είχε αντιληφθεί με τόσο θόρυβο που έκανε. Άλλωστε καταλάβαινε ότι ήταν κάποιος μέσα, μπορούσε να αφουγκραστεί την ανθρώπινη παρουσία. Έλπιζε όμως ότι ο γέρος θα είχε φύγει, όπως έκανε άλλες φορές. Το συρματάκι που είχε βάλει στην κλειδαριά είχε βρει κάπου. Ίσως ήταν το κλειδί από πίσω. Έπρεπε να σκάψει τις κλειδαριές με το κατσαβίδι. Οι άλλοι που είχαν μπει στα σπίτια του είχαν πει ότι ήταν εύκολο. Αυτός φοβόταν. Άλλωστε κανείς δεν ήθελε να κλέψει το φτωχομπινέ το γέρο. Πας για ψίχουλα; του είπαν. Όμως δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Έπρεπε να φάει, ως πότε με τη ζητιανιά σε γνωστούς που στραβομουτσούνιαζαν; Έπρεπε να ταϊσει και την οικογένειά του που περίμενε στην Αλβανία. Οι παλιότεροι Αλβανοί είχαν κτίσει σπίτια από τη δουλειά τους στην Ελλάδα. Όχι όμως η δική του οικογένεια κι εκείνος τότε ήταν μικρός. Τώρα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Οι Ασιάτες δούλευαν με πενιχρά μεροκάματα και τους προτιμούσαν. Υπομένανε καλύτερα και την κακομεταχείριση. Τί να πεις; Το κοριτσάκι του δύο χρονών είχε γεννηθεί με στραβισμό. Στη χώρα του δεν μετράει πολύ αυτό αλλά ονειρεύεται να μαζέψει λεφτά για την επέμβαση. Είχε μάθει ότι ήταν απλή.

Επιτέλους η κλειδαριά υποχώρησε και με το κατσαβίδι άρχισε να σκάβει τη δεύτερη, πιο εύκολα τώρα. Είχε γίνει μούσκεμα από τον ιδρώτα, ένιωθε τα ρούχα του να κολλάνε πάνω του. Σίγουρα ο γέρος ήταν εδώ. Θα του μίλαγε, θα του έλεγε ότι δεν θα τον πειράξει αρκεί να του δώσει λίγα λεφτά. Η δεύτερη κλειδαριά έπεσε με θόρυβο στο πάτωμα. Από μέσα υπήρχε μόνο η αλυσίδα. Προσπάθησε να την ανοίξει σπρώχνοντας την πόρτα μπρος πίσω. Ξανάπιασε το κατσαβίδι και σκέφτηκε ότι αν αντισταθεί ο γέρος αυτό θα ήταν το μόνο του όπλο. Είπε σιγανά το όνομά του σε μια προσπάθεια να διώξει τον πανικό που τον έπιανε. Elton. Οι Αλβανοί έδιναν στα παιδιά τους ονόματα από σταρ ή από τηλεοπτικές σειρές. Αυτόν τον είχαν ονομάσει έτσι από έναν τραγουδιστή. Το όνομα δεν του άρεσε γιατί δεν του πήγαινε. Ούτε και το Νίκος που τον φώναζαν εδώ του πήγαινε. Δεν ήξερε ποιο όνομα θα ήθελε να έχει.

Η αλυσίδα άνοιξε κι έπεσε με θόρυβο. Ήταν η ώρα. Σκέφτηκε την οικογένειά του και ξαφνικά του ήρθε στο μυαλό το όνομα Σταμάτης που του θύμιζε το σταμάτημα και του άρεσε. Κράτησε την ανάσα του και μπήκε μέσα.

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας.

Περισσότερα από το VICE

Η Fahima, η Rabiya και η Farzana Δολοφονήθηκαν στα Ελληνοτουρκικά Σύνορα

Μέσα στα Ασιατικά Μπαρμπέρικα της Θεσσαλονίκης

Φωτογραφίες Από τη Lowriding Σκηνή του Λος Άντζελες

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.

Πηγή: vice.com