Δέκτης των λογοτεχνικών κινημάτων της Ευρώπης και ποτέ πομπός, η νεοελληνική λογοτεχνία, ανεξάρτητα από τις επιδράσεις που δέχτηκε, δεν μπόρεσε να αναπτυχθεί σε ρεύμα ικανό να ξεπεράσει τα ελληνικά σύνορα. Τα μόνα ελληνικά λογοτεχνικά έργα που πρόσφεραν κάποια στοιχεία και καρποφόρησαν σε ξένο λογοτεχνικό έδαφος, έτσι ώστε να μην αποτελούν μιαν απλή προσθήκη στο σώμα της ευρωπαϊκής (και όχι μόνο) λογοτεχνίας αλλά και να μπορούν να θεωρηθούν γονιμοποιά και αντιπροσωπευτικά του ευρωπαϊκού πνεύματος, είναι τα έργα του Καβάφη, του Καζαντζάκη και του Σεφέρη. Του μεν Σεφέρη λόγω της επίδρασης που άσκησε σε αγγλόφωνους κυρίως ποιητές (χάρη πρωτίστως στους τρόπους, με τους οποίους πραγματεύεται τους ελληνικούς μύθους), του δε Καζαντζάκη, επειδή τα μυθιστορήματά του κυρίως περιέχουν στοιχεία που ενισχύουν τον συγγραφικό προβληματισμό των Ευρωπαίων συγγραφέων. Όσο για τον Καβάφη, ο παράτονος μοντερνισμός του και η ιδιότυπη ειρωνεία του κάνουν τη φωνή του τόσο γοητευτική, που έχει πλουτίσει την ποίηση όχι μόνο της Ευρώπης, μ’ έναν νέο τόνο.[1]

{loadmodule mod_artspr-article-banner} {loadposition artspr-article-banner}

Αφορμή για την παραπάνω σημείωση μου δίνει το δοκίμιο του Δημήτρη Ορφανίδη Ο 21ος αιώνας του Κ. Π. Καβάφη: Μια discipline de vie από τις Εκδόσεις Το ροδακιό. Ο Δ. Ορφανίδης, γεννημένος το 1964 στη Θεσσαλονίκη, είναι νομικός και σήμερα υπηρετεί στο δικαστικό σώμα με τον βαθμό του Εφέτη. Συγκινημένος από την ποίηση του μείζονος Καβάφη, ο οποίος “χάρη στο ταλέντο και την επίπονη επεξεργασία του, από ασχημόπαπο μετατρέπεται σε κύκνο της ποιήσεως», ο Ορφανίδης επιδιώκει να αποδείξει την ορθότητα του χαρακτηρισμού του Καβάφη ως “μείζονος ποιητού». Ο εύστοχος τίτλος του βιβλίου είναι παρμένος από ιδιωτικό σημείωμα του Καβάφη (στα Ανέκδοτα σημειώματα ποιητικής και ηθικής): “Δουλεύουμε εναρέτως διά τους κατοπινούς, Να προετοιμάσουμε μια discipline de vie (πειθαρχία ζωής), μια διοργάνωσιν αυτής. Ίσως ακόμη ωφελιμοτέρα, διότι εκείνων η ζωή μπορεί να είναι μακρυτέρα».

Αρχής γενομένης από τη γλώσσα και τις ιδέες που υπηρετεί (“Μια φόρμα τελείως αρμόζουσα εις την ιδέαν») ως μέσο ποιητικής έκφρασης και το προσωπικό κατακτημένο ύφος, που όσον αφορά τα κοινωνικοπολιτικά του ποιήματα έγκειται στην ειρωνεία (ενώ στα υπαρξιακά του ποιήματα το ύφος είναι ο υποβλητικός λυρισμός), ο συγγραφέας ερευνά την πρόταση που κομίζει το ποιητικό έργο του Καβάφη στον αναγνώστη. Ο ποιητής επιδιώκει με τους στίχους του να συνειδητοποιήσει ο αναγνώστης την τραγικότητά μας ως ανθρώπων, σημειώνει. Να κατανοήσει ότι σε πολλές περιπτώσεις η ανθρώπινη κατάσταση αξίζει την περιφρόνηση. Και να απαντήσει με αξιοπρέπεια. Ο συγκεκριμένος τρόπος αντίστασης θα προσδώσει στον άνθρωπο αισιοδοξία για το μέλλον: “Ο Καβάφης πιστεύει πως ο παράδεισος είναι εφικτός. Αλλά το εκφράζει μ’ έναν τρόπο διαφορετικό από αυτόν του Σολωμού, του Παλαμά ή του Ελύτη. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν προσβλέπει σε μία Έφοδο στον Ουρανό».

{jb_quote} “Ο Καβάφης πιστεύει πως ο παράδεισος είναι εφικτός. Αλλά το εκφράζει μ’ έναν τρόπο διαφορετικό από αυτόν του Σολωμού, του Παλαμά ή του Ελύτη. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν προσβλέπει σε μία Έφοδο στον Ουρανό».{/jb_quote}

Σε επόμενο κεφάλαιο, με τίτλο “Η ερωτική αξιοπρέπεια», ο δοκιμιογράφος επικαλούμενος διάφορες μαρτυρίες εξετάζει την ομοφυλοφιλία του ποιητή, ο οποίος πρώτος την εισήγαγε στη νεοελληνική λογοτεχνία. Στο κεφάλαιο “Το Χι, το Ιώτα και το Κάππα» ο συγγραφέας αναφέρεται στον Ιουλιανό, του οποίου ο βίος ενέπνευσε πολλά ποιήματα του Αλεξανδρινού: “Ο Ιουλιανός», σημειώνει, “παρουσιάζεται διστακτικός να μεταστραφεί, ευρισκόμενος υπό το κράτος του φόβου, αλλά πείθεται. Έτσι, στο δημοσιευμένο έργο του ποιητή ενσαρκώνει την ελευθερία της σκέψης, τη μόρφωση, την καλλιέργεια, τη συνείδηση του αγώνα για φως, έναν αγώνα που ο ποιητής δεν θεωρεί χαμένο». Πρόκειται για τα δύο κλειδιά της ποίησης του Καβάφη: “Ο Καβάφης έχει επίγνωση της αξίας του ελληνισμού και των αδυναμιών του. Δεν είναι στενοκέφαλος. Γι’ αυτό επαινεί διακριτικά τον ελληνισμό και του ασκεί κριτική αναδεικνύοντας τις αδυναμίες του».

Στο κεφάλαιο “Οι πηγές της ειρωνείας», ο Ορφανίδης αναδεικνύει τη σχέση του Καβάφη με τους σοφιστές. Ο ποιητής, που σε όλη του τη ζωή διάβαζε τους Βίους σοφιστών του Φιλόστρατου, οφείλει σε αυτούς τη λιτότητα της ποίησής του.

Η απήχηση του Καβάφη, που έγινε γνωστός στην Ελλάδα από το άρθρο του Γρηγορίου Ξενοπούλου με τίτλο “Ένας ποιητής» στο περιοδικό Παναθήναια (1903), σύμφωνα με τα δεδομένα της έρευνας είναι τεράστια. Αρκεί να μελετήσει κανείς την Ανθολογία ξένων καβαφογενών ποιημάτων που εκδόθηκε το 2000 από το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας στη Θεσσαλονίκη με επιμέλεια του καθηγητή Νάσου Βαγενά, με τίτλο Συνομιλώντας με τον Καβάφη, όπου παρατίθενται 153 ποιήματα από 135 ποιητές προερχόμενους από 29 χώρες του κόσμου.

dorfanΜε το βιβλίο του ο Δημήτρης Ορφανίδης τονίζει τη διαχρονική αξία του Αλεξανδρινού και επιβεβαιώνει την ικανότητα της λογοτεχνικής γραφής να έλκει την προσοχή του αναγνώστη.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
[1] Νεότερη Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία και Ανθολόγιο Μεταφράσεων. Για τη Β’ τάξη του Λυκείου. Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών βιβλίων, 1998. Στην εισαγωγή του Νάσου Βαγενά.

Ο 21ος αιώνας του Κ. Π. Καβάφη
Mia discipline de vie
Δημήτρης Ορφανίδης
Το Ροδακιό
164 σελ.
ISBN 978-618-5248-06-2
Τιμή €16,96

Πηγή: Diastixo.gr