Μία σύντομη ανάλυση του βαθμού εξωστρέφειας της ελληνικής οικονομίας, επιχειρεί η Alpha Bank στο εβδομαδιαίο δελτίο της. Συμπεραίνει, δε, ότι η περαιτέρω ενίσχυση της παραγωγικότητας στους εξωστρεφείς κλάδους της οικονομίας προϋποθέτει τη μείωση του κόστους και του χρόνου έναρξης εργασιών των επιχειρήσεων (one-stop shop for businesses), τη θεσμοθέτηση του fast track για στρατηγικές επενδύσεις, την αύξηση των δαπανών για Έρευνα και Ανάπτυξη, την απλοποίηση των διαδικασιών αδειοδότησης μιας επένδυσης, την αναβάθμιση του χωροταξικού σχεδιασμού, τη διασφάλιση δικαιωμάτων ιδιοκτησίας και εκμετάλλευσης και τέλος την ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών στο επενδεδυμένο κεφάλαιο.

Όπως παρατηρούν οι αναλυτές της τράπεζας, στην τρέχουσα περίοδο και μετά την ολοκλήρωση των προγραμμάτων προσαρμογής, η εξαγωγική δραστηριότητα αποτελεί ένα νέο ελπιδοφόρο χαρακτηριστικό της ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας την τελευταία διετία, το οποίο είναι καθοριστικής σημασίας για τη διαμόρφωση ενός βιώσιμου αναπτυξιακού υποδείγματος.

Επιπροσθέτως, η διατήρηση και επιτάχυνση της αναπτυξιακής πορείας της ελληνικής οικονομίας απαιτεί την παράλληλη ενδυνάμωση αφενός του ακαθάριστου σχηματισμού παγίου κεφαλαίου και αφετέρου της εξωστρέφειας της ελληνικής οικονομίας.

Κατά τη διάρκεια των προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής, η χώρα προχώρησε σε σημαντικά βήματα για την τόνωση της ανταγωνιστικότητάς της και την ενίσχυση της εξαγωγικής δραστηριότητας.

Εξετάζοντας το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν, τόσο από την πλευρά της ζήτησης, όσο και της προσφοράς, η ενίσχυση της εξωστρέφειας ήταν ορατή και το 2018. Συγκεκριμένα, με βάση τα στοιχεία των Εθνικών Λογαριασμών, οι εξαγωγές αγαθών αυξήθηκαν κατά 8,4%, συμβάλλοντας κατά 1,5 εκατοστιαίες μονάδες στον ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσης της οικονομίας.

Παράλληλα, η ενίσχυση των εσόδων από τη ναυτιλία, σε συνδυασμό με την αύξηση των τουριστικών εσόδων οδήγησαν σε ακόμη ταχύτερη άνοδο των εξαγωγών υπηρεσιών (9%), οι οποίες ωστόσο είχαν ελαφρώς μικρότερη συμβολή στον ρυθμό μεγέθυνσης (1,3 εκατοστιαίες μονάδες), δεδομένου του μικρότερου μεγέθους τους σε σχέση με τις εξαγωγές αγαθών.

Η ανάλυση της διάρθρωσης και της διαχρονικής εξέλιξης της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας υποδεικνύει τη σταδιακή ενίσχυση των κλάδων που παράγουν διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες, σε σχέση με εκείνους που παράγουν μη εμπορεύσιμα διεθνώς αγαθά και υπηρεσίες.

Σε κλαδικό επίπεδο, προκύπτει ότι την υψηλότερη παραγωγικότητα εργασίας μεταξύ των διεθνώς εμπορεύσιμων τομέων της οικονομίας παρουσιάζουν οι κλάδοι του ηλεκτρισμού, των ορυχείων-λατομείων, καθώς και των τεχνολογιών, πληροφορικής και επικοινωνιών, ενώ τη χαμηλότερη ο κλάδος καταλυμάτων και εστίασης.

To μερίδιο των διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών

Η αύξηση του μεριδίου των διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών αποδίδεται σε δύο παράγοντες, σύμφωνα με ανάλυση της Alpha Bank.

Συγκεκριμένα, ο πρώτος παράγοντας συνδέεται με το ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ της ΕΕ-28 από 0,9% κατά μέσο όρο την περίοδο 2005-2009, σε 1,1% την περίοδο 2010-2014 και σε 2,2% την τριετία 2015-2017. Ο δεύτερος παράγοντας συνδέεται με τη σταδιακή βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, η οποία στηρίχθηκε στις διαρθρωτικές αλλαγές στην αγορά προϊόντων και εργασίας, καθώς και την πολιτική εσωτερικής υποτίμησης που υιοθετήθηκε κατά τη διάρκεια των προγραμμάτων προσαρμογής.

Η επίδραση του πρώτου παράγοντα ήταν ιδιαίτερα ισχυρή την τελευταία διετία, αφού υπεραντιστάθμισε την ελαφρά κάμψη της ανταγωνιστικότητας κατά την ίδια χρονική περίοδο.

Στο ανωτέρω πλαίσιο, ενδιαφέρον ερώτημα αποτελεί το πώς αντικατοπτρίζεται στην αγορά εργασίας και την απασχόληση, η διαρκής ενίσχυση της συμμετοχής στην ακαθάριστη προστιθέμενη αξία των κλάδων που παράγουν διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες. Η συμμετοχή στη μεταβολή της απασχόλησης μεταξύ διεθνώς εμπορεύσιμων και μη είναι πιο ισορροπημένη συγκριτικά με τη συμμετοχή τους στη μεταβολή της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας. Ωστόσο, η υποχώρηση του μεριδίου των κλάδων μη εμπορεύσιμων προϊόντων και υπηρεσιών διεθνώς σε όρους παραγωγής δεν είναι ανάλογη με την αντίστοιχη υποχώρηση σε όρους απασχόλησης. Η παρατήρηση αυτή οδηγεί αβίαστα στο συμπέρασμα ότι οι κλάδοι των διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων και υπηρεσιών παρουσιάζουν μεγαλύτερη βελτίωση της παραγωγικότητάς τους.

Εξωστρεφείς Κλάδοι και Προϊόντα με βάση το Ισοζύγιο Εμπορευματικών Συναλλαγών

Ποιοι είναι όμως οι κλάδοι που παρουσίασαν τη μεγαλύτερη βελτίωση των εξαγωγικών τους επιδόσεων το 2018; Σε επίπεδο λογαριασμών εμπορευματικών συναλλαγών (εξαγωγές-αποστολές), η αξία των ελληνικών εμπορευμάτων αυξήθηκε σε ονομαστικούς όρους το 2018 στα €33.417 εκατ., από €28.832 εκατ. το 2017, ήτοι κατά 15,9% (στοιχεία ΕΛΣΤΑΤ).

Αντίστοιχα, οι συνολικές εισαγωγές εμπορευμάτων (εισαγωγές- αφίξεις) σημείωσαν επίσης θετική μεταβολή, αλλά σημαντικά μικρότερη, της τάξης του 9,7%, φθάνοντας στα €55.130 εκατ. Ως εκ τούτου, το έλλειμμα στο ισοζύγιο εμπορευμάτων αυξήθηκε κατά €285 εκατ. το 2018, φθάνοντας στα €21.712 εκατ.

Όλες οι επιμέρους κατηγορίες αγαθών κατέγραψαν αύξηση των εξαγωγών τους το 2018 σε σχέση με το 2017. Ωστόσο, εκείνες που παρουσίασαν τη μεγαλύτερη ετήσια άνοδο είναι τα λάδια και λίπη ζωικής ή φυτικής προέλευσης (+21,4%), τα χημικά προϊόντα και συναφή (+14,0%), τα βιομηχανικά είδη ταξινομημένα κυρίως κατά πρώτη ύλη (+13,3%), τα μηχανήματα και υλικά μεταφορών, συμπεριλαμβανομένων και των πλοίων πλοιαρίων και πλωτών κατασκευών (+13%) και τα διάφορα βιομηχανικά είδη (+10,1%). Οι κατηγορίες αυτές αντιστοιχούν στο 72% περίπου του συνόλου των εξαγωγών εμπορευμάτων (Γράφημα 4). Αξίζει να σημειωθεί ότι η κατηγορία ορυκτών καυσίμων και λιπαντικών παρουσιάζει μεγάλη άνοδο εξαγωγών, της τάξης του 26,8%, η οποία ωστόσο είναι εν πολλοίς πληθωριστική και αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στην άνοδο των διεθνών τιμών πετρελαίου Brent (28,6% το 2018). Σημειώνεται επίσης ότι από τις συνολικές εξαγωγές εμπορευμάτων, πάνω από τις μισές (53%) κατευθύνονται προς τις χώρες της ΕΕ-28, ενώ οι υπόλοιπες (47%) προς τον υπόλοιπο κόσμο.

Επιπρόσθετα, οι κατηγορίες αγαθών οι οποίες παρουσίασαν εμπορικό πλεόνασμα το 2018 είναι τα είδη και συναλλαγές μη ταξινομημένα κατά κατηγορίες (€501 εκατ.), τα λάδια και λίπη ζωικής ή φυτικής προέλευσης (€436 εκατ.), καθώς και τα ποτά και ο καπνός (€60,4 εκατ.). Οι κατηγορίες αυτές συνιστούν ωστόσο ένα πολύ μικρό ποσοστό σε όρους εξαγωγών στο σύνολο των εμπορεύσιμων αγαθών (5,9%). Από την άλλη πλευρά, τα προϊόντα τα οποία μείωσαν το εμπορικό τους έλλειμα το 2018 είναι τα τρόφιμα και ζώα ζωντανά, τα βιομηχανικά είδη ταξινομημένα κυρίως κατά πρώτη ύλη, καθώς και τα μηχανήματα και υλικό μεταφορών.

Ως προς την περαιτέρω ανάλυση ανά κατηγορία προϊόντος (τριψήφιοι κωδικοί με βάση την Ταξινόμηση του Διεθνούς Εμπορίου-SITC), τα πέντε πρώτα πιο εξαγώγιμα προϊόντα το 2018 – εκτός των ορυκτών καυσίμων και του πετρελαίου, κατηγορία η οποία καλύπτει το 34% των συνολικών εξαγωγών το 2018 – είναι το αλουμίνιο, το οποίο συμβάλει σε ποσοστό 5% στις συνολικές εξαγωγές εμπορευμάτων, τα φάρμακα (4% επί του συνόλου), τα αποξηραμένα ή νωπά φρούτα και οι ξηροί καρποί (2,5% επί του συνόλου), οι αυτοματοποιημένες μηχανές επεξεργασίας δεδομένων, μαγνητικοί/ οπτικοί αναγνώστες (2%), τα παρασκευασμένα ή διατηρημένα λαχανικά (1,9%) και οι χαλκοσωλήνες (1,8%). Παράλληλα, τα προϊόντα αυτά καταγράφουν αύξηση των εξαγωγών το 2018 σε σχέση με το 2017, με σημαντικότερη εκείνη στις αυτοματοποιημένες μηχανές επεξεργασίας δεδομένων (+67%).

Πηγή: bankwars.gr