Αποτέλεσμα εικόνας για ΓΣΕΒΕΕ

Το νομοσχέδιο που κατέθεσε το Υπουργείο επιχειρεί να διευθετήσει όλες τις εκκρεμότητες της 3ης αξιολόγησης, με απώτερο διακηρυγμένο στόχο την άμεση τυπική ολοκλήρωση του 3ου προγράμματος έως τον Αύγουστο 2018.

Ωστόσο, δεν θα ήταν υπερβολή να διατυπωθεί η άποψη ότι το μεγαλύτερο μέρος των εκκρεμοτήτων αυτών σχετίζονται με τη σύγχρονη ιστορία και τις παθογένειες της ελληνικής νομοθεσίας, καθώς στο υπό συζήτηση νομοσχέδιο περιλαμβάνονται διατάξεις που αφορούν από το κτηματολόγιο και την αδειοδότηση, μέχρι και την κοινωνική προστασία και τα δικαιώματα των καταναλωτών. Είναι σαφές ότι σε ένα τόσο περιορισμένο χρονικό διάστημα και με το ελάχιστο περιθώριο διαβούλευσης που δόθηκε, ορισμένες στρεβλώσεις της αγοράς δεν αναμένεται ότι θα θεραπευτούν, αλλά ενδεχόμενα θα ενταθούν.

Σε κάθε περίπτωση, η εισαγωγή με τη μορφή επείγοντος ενός νομοσχεδίου με τον όγκο, το περιεχόμενο και την ουσία του συγκεκριμένου νομοθετικού κειμένου αποτελεί θεμελιώδη υποχώρηση από τις αρχές της καλής νομοθέτησης και της ανοιχτής διακυβέρνησης. Και δυστυχώς, η χώρα βρίσκεται διαρκώς επί 8 έτη σε μια κατάσταση υπερεπείγοντος, χωρίς όμως να έχουν διαμορφωθεί όροι για την οικονομική, αλλά κυρίως για την πολιτική απεξάρτηση από ένα μοντέλο λήψης αποφάσεων που υποβαθμίζει την ποιότητα της ελληνικής δημοκρατίας, του θεσμού του Κοινοβουλίου και του κοινωνικού διαλόγου εν γένει. Το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι αν θα συνεχίσει η ελληνική πολιτεία ακόμη και μετά την ολοκλήρωση του τρίτου προγράμματος, στην οποία προσβλέπουμε ως εκπρόσωποι της συντριπτικής πλειονότητας του επιχειρηματικού κόσμου, ή θα παραμένουμε θεσμικά και κοινωνικά ατελείς και ελλιπείς.

Όπως προαναφέρθηκε το νομοσχέδιο περιλαμβάνει πλήθος ετερόκλητων διατάξεων, με διαφορετικές στοχεύσεις. Ως τέτοιο, ασφαλώς περιέχει ρυθμίσεις θετικές για την οικονομία και τη δημόσια διοίκηση, ωστόσο, κεντρικός πυρήνας των ρυθμίσεων αποτελεί η στροφή σε μια περισσότερο αγοραία διαχείριση του νομοθετικού περιβάλλοντος, των θεσμικών λειτουργιών, των κανόνων, των πολιτικών κοινωνικής προστασίας, της δημόσιας σφαίρας εν γένει. Επίσης, περιλαμβάνει ρυθμίσεις που στο όνομα της αγοράς, καταλήγουν να οδηγούν σε μεγαλύτερη συγκέντρωση πλούτου και μεριδίων αγοράς.

Στα σημαντικότερα σημεία του νομοσχεδίου, η ΓΣΕΒΕΕ εντοπίζει τις εξής περιοχές που χρήζουν ειδικής μνείας:

  • Σχετικά με την πρόβλεψη ότι όλοι οι πλειστηριασμοί θα γίνονται στο εξής ηλεκτρονικά από τον Φεβρουάριο 2018 (άρθρο 207), είναι σαφές ότι μέχρι σήμερα δημόσιες αρχές αλλά κυρίως τράπεζες αρνούνται να οδηγήσουν τους δανειολήπτες και οφειλέτες σε μια αποτελεσματική, λειτουργική και μόνιμη ρύθμιση χρεών. Προφανώς και δεν ομιλούμε για τις λίγες περιπτώσεις στρατηγικών κακοπληρωτών, οι οποίες κρίνουμε ότι είναι διαχειρίσιμες. Η πραγματική αιτία άλλωστε για την αποτυχία του εξωδικαστικού μηχανισμού μέχρι σήμερα (ενός νόμου που υποστηρίξαμε ως προς τις γενικές του κατευθύνσεις), είναι ότι τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα συνεχίζουν μια αδιέξοδη και για τα ίδια πολιτική ρυθμίσεων, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις επιπτώσεις της κρίσης, τα υψηλά επιτόκια που χρέωναν σε εποχές υψηλών ρυθμών ανάπτυξης, ενώ αγνοούν ακόμη τη βούληση ορισμένων να εκποιήσουν μέρος της περιουσίας τους κλπ. Πριν φθάσουμε επομένως στο τελευταίο και επείγον στάδιο της διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων έπρεπε και πρέπει να διαμορφωθεί ένα αξιόπιστο σύστημα ρυθμίσεων οφειλών, που θα περιλαμβάνει παράλληλα τη θεσμοθέτηση του ακατάσχετου λογαριασμού, τις ρυθμίσεις παλαιών ασφαλιστικών οφειλών κλπ. Διαφορετικά, ο όγκος του ιδιωτικού χρέους θα μεγεθύνεται και απλά θα μεταβάλλεται η κατανομή του ανάλογα με την αυστηρότητα ή την επιείκεια των νομοθετικών διατάξεων.
  • Σχετικά με τη σύσταση νέας υπηρεσίας με τίτλο «Διεύθυνση Ερευνών Οικονομικού Εγκλήματος», την οποία θα συντονίζει ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος, η ΓΣΕΒΕΕ τονίζει ότι παρόμοια εγχειρήματα κατά το παρελθόν δεν έχουν αποδώσει τα αναμενόμενα οφέλη και τονίζει την ανάγκη αποτελεσματικού συντονισμού των φορέων ελέγχου, ΑΑΔΕ, οικονομικής εισαγγελίας και των δικαστικών αρχών. Παράλληλα, εκφράζονται επιφυλάξεις ως προς τη ρύθμιση της «απενεργοποίησης ΑΦΜ» για φορολογικούς παραβάτες και τον ενδεχόμενο κατάχρησης εκ μέρους των υπηρεσιών.
  • Για τις φοροαπαλλαγές για τις επιχειρήσεις που επενδύουν στην καινοτομία αλλά και για τη μείωση των φόρων σε όσες ΑΕ κεφαλαιοποιούν τα κέρδη τους από προγράμματα επενδύσεων παλαιότερων ετών, κρίνεται ότι αποτελεί μια σημαντική παρέμβαση, η οποία θα έπρεπε να επεκταθεί τεχνικά και σε άλλες μορφές επιχειρήσεων.
  • Σχετικά με την αναμόρφωση των διατάξεων για το επίδομα τέκνων, η ΓΣΕΒΕΕ διαβλέπει μια τεχνική αναθεώρηση οι οποία όμως θα πλήξει κατά κύριο λόγο τις μεσαίες εισοδηματικές κατηγορίες, καθώς το κατώφλι των 15,000€ κάτω από το οποίο προβλέπεται αύξηση καλύπτει μόνο τις περιπτώσεις πολύ χαμηλών εισοδηματικών κατηγοριών.
  • Αναφορικά με την εισαγωγή και καθιέρωση του θεσμού της διαμεσολάβησης, στην προώθηση του οποίου η ΓΣΕΒΕΕ έχει ενεργό ρόλο και παρέμβαση, το νομοσχέδιο καλύπτει σημαντικό μέρος των αρχικών θέσεων, ωστόσο επισημαίνεται το υψηλό κόστος διαχείρισης για τις μικρές επιχειρήσεις, αλλά και τα μεμονωμένα άτομα/ ιδιώτες. Ειδική μέριμνα θα πρέπει να λαμβάνεται για τις εργατικές διαφορές, ώστε να μη μεταπέσουν σε διαχείριση και διευθέτηση εκτός των πλαισίων εργατικού δικαίου.
  • Η συγχώνευση των δομών κτηματογράφησης και καταγραφής των ακινήτων αξιών σε μια ενιαία δομή εξοικονομεί πόρους για το δημόσιο, θα πρέπει όμως να διασφαλιστεί η ομαλή σταδιακή μετάβαση και εξυπηρέτηση των πολιτών και επαγγελματιών, καθώς το πλήθος των εγγραφών και αρχείων που υπάρχουν σε διαφορετικούς φορείς θα πρέπει να διασταυρωθούν και να επικαιροποιηθούν, με απώτερο σκοπό να περάσουμε στην πλήρη ψηφιακή καταγραφή τους.
  • Η ρύθμιση για την εισαγωγή μιας ενιαίας πλατφόρμας αδειοδότησης κρίνεται ότι θα διευκολύνει τη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης και θα επιταχύνει τη σύσταση νέων επιχειρηματικών μονάδων. Απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχή υλοποίηση του μέτρου αυτού είναι η αποσαφήνιση των πλαισίων αδειοδότησης, ειδικότερα για τον τομέα μεταποίησης, σε πεδία όπως η χωροταξία, το περιβάλλον, η περιουσία, ο αιγιαλός κλπ.
  • Σχετικά με τη μεταφορά των περιουσιακών στοιχείων οργανισμών στο νέο Υπερταμείο Συμμετοχών, η ΓΣΕΒΕΕ επισημαίνει την ανάγκη χρηστής διαχείρισης των εν λόγω αξιών και αποφυγής εκμετάλλευσής τους προς την κατεύθυνση αποκλειστικής απομείωσης του δημόσιου χρέους, χωρίς αναπτυξιακό αποτύπωμα. Οι συγκεκριμένες άυλες και υλικές αξίες πρέπει να έχουν δυνητικά πολλαπλασιαστική ισχύ, και όχι να αφαιρούν κεφάλαια από την ελληνική περιουσία. Στο ίδιο μήκος κύματος, η ίδρυση Χρηματιστηρίου Ενέργειας πρέπει να στοχεύει στην ανάδειξη και αξιοποίηση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας και τη διαγενεακή οικονομική ισορροπία, αλλά όχι στη συσχέτιση με τις δημοσιονομικές επιδόσεις. Η διαχείριση των περιβαλλοντικών πόρων άλλωστε πρέπει να υπόκειται στις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης και διαγενεακής ισορροπίας.
  • Επιφυλάξεις διατυπώνονται εκ μέρους της Συνομοσπονδίας για τη εισαγωγή της ρύθμισης για τη λειτουργίας των Καζίνο ανά τη χώρα- ειδικά στο συγκεκριμένο νομοσχέδιο-, δεδομένης της οικονομικής δυσκολίας των ελληνικών νοικοκυριών και της δεδομένης αντιαναπτυξιακής και δυνητικά αντι-κοινωνικής επίδρασης που έχει η τζογοποίηση της οικονομίας. Το ζήτημα της ρύθμισης και της διαφάνειας της αγοράς παιγνίων είναι κεφαλαιώδους σημασίας και πρέπει να διευθετηθεί περισσότερο αποτελεσματικά στο σύνολο σχεδόν των δραστηριοτήτων του τομέα αυτού.
  • Σχετικά με το νέο πλαίσιο προστασίας των καταναλωτών, η ΓΣΕΒΕΕ εκτιμά ότι οι προβλεπόμενες αλλαγές βελτιώνουν τη θεσμική οργάνωση της αγοράς και προστατεύουν αποτελεσματικότερα τους καταναλωτές, επισημαίνεται όμως ο κίνδυνος μεταφοράς των υποχρεώσεων από τις μεγάλες προμηθεύτριες επιχειρήσεις σε ενδιάμεσους πωλητές.
  • Τέλος, σημαντικές επιφυλάξεις διατυπώνει η ΓΣΕΒΕΕ σχετικά με τη μεταφορά ελέγχου της αγοράς φαρμάκου από τον ΕΟΠΥΥ, έναν οργανισμό με αποδεδειγμένη εμπειρία και τεχνογνωσία, σε νεοσύστατες δομές του Υπουργείου. Η ρύθμιση αυτή είναι αποσπασματική και μη λειτουργική, και είναι πιθανό να δημιουργήσει ακουσίως σημαντικά προβλήματα υπεροκοστολόγησης και αδιαφάνειας. Περιθωριοποιεί τους συλλογικούς φορείς έκφρασης των ασθενών, των ασφαλισμένων, της αγοράς προς όφελος συγκεκριμένων λόμπι που αργά ή γρήγορα θα καλύψουν το κενό διαπραγμάτευσης. Σε κάθε περίπτωση, θεωρούμε ότι η ύπαρξη διαφορετικών επιπέδων ελέγχου που θα ξεκινά από τις υπηρεσίες του καθ’ ύλην αρμόδιου οργανισμού, και θα εποπτεύεται προφανώς από το Υπουργείο στο τελικό στάδιο αποτελεί βέλτιστη λύση, είναι εγγύηση καλής εκτέλεσης και υπόδειγμα χρηστής διακυβέρνησης. Στην παρούσα φάση, θα ήταν στρατηγικό και ουσιαστικό σφάλμα η κατάργηση υφιστάμενων δομών λειτουργίας και ελέγχου και η αντικατάστασή τους με αμφιβόλου αποτελεσματικότητας υπηρεσίες.

Επιγραμματικά, η ΓΣΕΒΕΕ εκτιμά ότι το συγκεκριμένο πολυνομοσχέδιο περιλαμβάνει πλήθος ετερόκλητων διατάξεων με ανομοιογενείς στοχεύσεις, και εκτιμά ότι η αξιολόγηση των επιπτώσεων από την εφαρμογή των νέων νομοθετικών ρυθμίσεων είναι ελλιπής και αποσπασματική, έτσι όπως διατυπώνεται στα επίσημα κείμενα που κατατέθηκαν. Εκτιμάται ότι ορισμένες ρυθμίσεις θα λειτουργήσουν επ’ ωφελεία του κοινωνικού συνόλου, όμως η έμφαση στην αγοραία διαχείριση κάποιων τομέων, όπως είναι οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί, η διαχείριση των τιμών των φαρμάκων, η λειτουργία ορισμένων επαγγελμάτων δυνητικά θα υποβαθμίσουν το επίπεδο οικονομικής ευημερίας. Παρά το γεγονός ότι η ψήφιση του νομοσχεδίου φέρεται να συμβάλλει στην ολοκλήρωση της τρίτης αξιολόγησης, παραμένουν οι βασικές επιφυλάξεις ως προς το αναπτυξιακό αποτύπωμα που δύναται να αφήσει στην ελληνική οικονομία.

Πηγή: bankwars.gr